βλαστήσεις

βλάστησις
budding
fem nom/voc pl (attic epic)
βλάστησις
budding
fem nom/acc pl (attic)
βλαστάνω
bud
aor subj act 2nd sg (epic)
βλαστάνω
bud
fut ind act 2nd sg
βλαστάω
bring forth
aor subj act 2nd sg (attic epic ionic)
βλαστάω
bring forth
fut ind act 2nd sg (attic ionic)

Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες). 2014.

Look at other dictionaries:

  • Ευρώπη — I Μία από τις πέντε ηπείρους. Είναι το μικρότερο τμήμα του κόσμου μετά την Αυστραλία και την Ωκεανία. Από μία άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί το ακραίο δυτικό τμήμα της Ασίας, της οποίας αποτελεί τη φυσική προέκταση. Πράγματι, δεν υπάρχουν φυσικά… …   Dictionary of Greek

  • ζωοοικολογία — Συνοπτική ονομασία των γενικών αρχών που κυβερνούν το περιβάλλον και ειδικότερα των σχέσεων μεταξύ των οργανισμών, με ιδιαίτερη έμφαση στο ζωικό βασίλειο. Άλλωστε, τα ζώα αντιπροσωπεύονται από περισσότερα από ένα εκατομμύριο είδη, ενώ τα φυτά… …   Dictionary of Greek

  • Κουζνέτσκι Αλατάου — (Κuznetsky Alatau). Οροσειρά (μήκος 300 χλμ., μέγιστο υψόμετρο: Βέρνιζουμπ, 2.178 μ.) της νότιας Σιβηρίας στην περιοχή Κεμερόφσκαγια, με μέγιστο πλάτος 150 χλμ. Βρίσκεται ανάμεσα στις λεκάνες Κουζνέτσκ και Μινουσίνσκ. Εκτείνεται από την οροσειρά… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.